επαναφέρω

επαναφέρω
(AM ἐπαναφέρω)
νεοελλ.
1. φέρνω πίσω, ξαναφέρνω
2. αποκαθιστώ («επανέφερε την τάξη»)
3. θέτω εκ νέου, προβάλλω
μσν.
ζωντανεύω, ανασταίνομαι
αρχ.-μσν.
συνέρχομαι, αναλαμβάνω, ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου
αρχ.
1. αναφέρω, αποδίδω κάτι σε κάποιον («εἰ δὲ πεπόνθοντε λυγρὰ δι' ὑμετέραν κακότητα, μή τι θεοῑς τούτων μοῑραν ἐπαμφέρετε», Σόλ.)
2. (αμτβ.) ανάγομαι σε κάτι ως αίτιο («ἀφικέσθαι ἐπί τίνα ἀρχήν, ἤ οὐκέτ' ἐπανοίσει ἐπ' ἄλλο φίλον», Πλάτ.)
3. υπολογίζω, λογαριάζω, συμπεριλαμβάνω στον λογαριασμό
4. κομίζω, μεταφέρω, μεταβιβάζω, ιδίως αγγελίες
5. κάνω εμετό
6. (ρητ.) χρησιμοποιώ την επαναφορά*
7. αναδίδομαι ως αναθυμίαση από το έδαφος
8. (για ήλιο ή αστέρια) ανυψώνομαι, ανατέλλω
9. κινούμαι προς την αντίθετη φορά
10. (για υγεία) βελτιώνομαι
11. αστρολ. παίρνω την πρώτη θέση μετά το κέντρο.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • επαναφέρω — επαναφέρω, επανέφερα (σπάν. επανάφερα) βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επαναφέρω — και επαναφέρνω επανέφερα και επανάφερα, επαναφέρθηκα, επαναφερμένος, μτβ. 1. φέρνω κάτι πίσω ή στην προηγούμενη θέση του, το φέρνω ξανά, ξαναφέρνω: Επαναφέρουν τους μαθητές στο σχολείο. 2. μτφ., αποκαθιστώ κάτι στην προηγούμενη θέση ή κατάστασή… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπαμφέρετε — ἐπαναφέρω throw back upon pres imperat act 2nd pl ἐπαναφέρω throw back upon pres ind act 2nd pl ἐπαναφέρω throw back upon imperf ind act 2nd pl (homeric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαναφέρῃ — ἐπαναφέρω throw back upon pres subj mp 2nd sg ἐπαναφέρω throw back upon pres ind mp 2nd sg ἐπαναφέρω throw back upon pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαμφέρει — ἐπαναφέρω throw back upon pres ind mp 2nd sg ἐπαναφέρω throw back upon pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαναφερομένων — ἐπαναφέρω throw back upon pres part mp fem gen pl ἐπαναφέρω throw back upon pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαναφερόμενον — ἐπαναφέρω throw back upon pres part mp masc acc sg ἐπαναφέρω throw back upon pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαναφέρει — ἐπαναφέρω throw back upon pres ind mp 2nd sg ἐπαναφέρω throw back upon pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαναφέρον — ἐπαναφέρω throw back upon pres part act masc voc sg ἐπαναφέρω throw back upon pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαναφέροντα — ἐπαναφέρω throw back upon pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπαναφέρω throw back upon pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”